bannière

L'odyssée commence ici...


Thessalonique cosmopolite:

Δείπνησαν χωρίς πολλές κουβέντες. Φράσεις κοφτές και σύντομες, που ξεχείλιζαν ωστόσο από τρυφερότητα, λόγια που ’θελαν να καθησυχάσουν πως όλα θα πήγαιναν καλά, που θέλανε να δείξουν πως πια τα πράγματα ήταν αλλιώς. Κι όμως κάπου πιο μέσα, πιο βαθιά, το σφίξιμο και τα ερωτηματικά για τόσα και τόσα, να μην μπορούνε να καταλαγιάσουν. «Πάω να δω τα ζα, θα κάνω και μια βόλτα, δε θ’ αργήσω, σφάλισ’ την πόρτα και μέχρι να ’ρθω μην ανοίξεις.» Την πήρε στην αγκαλιά του, εκείνη τον έσφιξε με όση δύναμη της είχε απομείνει, της χαμογέλασε και φώτισε το πρόσωπό της. Χωρίς δεύτερη κουβέντα βρέθηκε έξω στο σοκάκι. Ένιωσε τον αγέρα μούσκεμα να κολλάει στο πρόσωπό του, την κατηφόρα να οδηγεί το βήμα του και χωρίς να το καταλάβει, βγήκε στον κεντρικό δρόμο, στον Ζαντεγιόλ, που χώριζε την πόλη στα δυο τρέχοντας από ανατολή σε δύση.

Την ηρεμία του τουρκομαχαλά τη μεταμόρφωνε, όσο προχωρούσε, η ζωντάνια των εβραίων και των χριστιανών, που ακόμη κι εκείνη την ώρα κρατούσαν ξύπνιο τον κεντρικό δρόμο και κάποια διπλανά σοκάκια. Παρ’ όλο που ήξερε τι έψαχνε, ένιωσε την ανάγκη τούτη τη φορά, να κρατήσει μέσα του ό,τι μπορούσε από τη Σαλονίκη κι ας μην είχε δεθεί ποτέ μαζί της.
Η πόλη ετοιμαζότανε να ησυχάσει, ν’ αποκοιμηθεί, μα κάποια εμπορικά, μπαρμπέρικα, γιαουρτζίδικα και καφενέδες, κάποιοι περιπλανώμενοι με τη μικρή ή μεγάλη πραμάτεια τους στον αραμπά ή στην πλάτη φορτωμένοι, παλιατζήδες, ψιλικατζήδες και πραματευτές δίναν ζωή στον Ζαντεγιόλ ακόμα. Καφτάνια σε χρώματα λογιών λογιών με γούνινους γιακάδες κι απλοϊκοί μαυριδεροί αμπάδες, δυτικότροπα πανωφόρια κάθε λογής, βράκες ζωσμένες με το πεστιμάλι, κάθε λογής ποδόσυρτα αντερί, με ρίγες ή μονόχρωμα, άλλα φανταχτερά και άλλα μουντά, οι πιο προνοητικοί με έναν τζουμπέ ριγμένο από κάνω. Τα ρούχα της δουλειάς υφασμένα σε πολλούς με τη βρομιά βδομάδων. Τουρμπάνια, φέσια, ρομπωτά, καλπάκια και μελόν της Δύσης, κομψά μπαστούνια μ' ασημένια ή από φίλντισι χειρολαβή, ανάκατα με τις πιο πρόχειρες μαγκούρες, πήγαιναν πέρα δώθε. Κι αν τύχαινε, αραιά και πού, γυναίκα να ’ναι ακόμα τέτοια ώρα έξω, όποια και να ’ταν η καταγωγή της, έκρυβε με το γιασμάκι όσο μπορούσε το πρόσωπο της κι έτρεχε να χαθεί στον προορισμό της.

Κοντοστεκόταν κάθε τόσο ο Θωμάς και το αυτί του έπιανε τα σεφαρδίτικα να σκεπάζουν τη γλώσσα των Ρωμιών, των Τούρκων, των Βλάχων ή των Αλβανών, των Βούλγαρων ή των Γιουρούκων. Κάθε τόσο από κάπου ερχόταν ένας αμανές ή κάποιο σεφαρδίτικο τραγούδι. Πιανόλες, ντέφια, ούτια και τουμπελέκια, άλλοτε τα 'βλεπε κι άλλοτε τ’ άκουγε πίσω από καφασωτά και παντζούρια κουφωμένα. Να τρέχουνε οι μυρωδιές σαν νεροφίδες από βραστά αχνιστά, μπουγάτσες, μπουρέκια, κατιμέρια, τ’ αρώματα της ανατολής κρυμμένα, σκεπασμένα σε σινιά και σε μπακίρια. Όλα τα έθνη αχταρμάς σαν να ’ταν πανηγύρι μπρος στου παράδεισου την πόρτα.

Ο Θωμάς ένιωσε ξαφνικά πως έχανε χρόνο, πως έπρεπε να βιαστεί, όλα κρέμονταν ακόμη στον αέρα. Δεν ήξερε τι να πρωτοβάλει στη γραμμή, έπρεπε να γίνουν τόσα και τόσα και όλα γρήγορα, όσο γινότανε πιο γρήγορα, μην έρθει η αναποδιά και τ' ανατρέψει. Πόσες μέρες χρειάζονται άραγε για να αλλάξεις τη ζωή σου; Άρχισε κάθε τόσο να ξεκόβει από τον κεντρικό δρόμο, λοξοδρομούσε μια στα πάνω και μια στα κάτω σοκάκια. Έφθασε μέχρι την κρήνη στα βακούφικα και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στον καφενέ του Σουκρίμπεη το κέφι είχε ανάψει. Έξω από την πόρτα του κατάχαμα ένας μερακλής συνόδευε στο κανονάκι του ένα κλαρίνο. Καρέκλες, σκαμνιά και πάγκοι είχαν συρθεί όπως όπως από τον καφενέ και τους απέναντι καταμεσής στο δρόμο. Μήτε μια σπιθαμή ελεύθερη για να καθίσεις και οι ρακές αβέρτα με φτωχικούς μεζέδες και στραγάλια, να συντροφεύουνε τους θαμώνες. Μαζί μ’ αυτούς, γείτονες και περαστικοί άκουγαν με κατάνυξη και σιγομουρμουρίζαν λόγια και μελωδία, καταπώς ταίριαζε στην ψυχή του καθενός.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ
Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΚΕΔΡΟΣ