bannière

L'odyssée commence ici...


«ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», συλλογίζουνταν ο παπα-Γιάνναρος γυρίζοντας με το Άγιο Δισκοπότηρο στην εκκλησιά του, «πώς απόστρεψε ο Θεός το πρόσωπο του, δε ρίχνει πια τη ματιά του στον κόσμο, κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Έκλειψη θεού, έκλειψη θεού». έλεγε και ξανάλεγε ο παπα-Γιάνναρος και δρασκέλιζε τα στενά βρώμικα δρομάκια του χωριού. Χαλάσματα, τοίχοι και πόρτες όλο τουφεκιές, πιτσιλιές αίματα στα κατώφλια, πεινασμένα σκυλιά μυρίζουνται καί σκάβουν τη γης, να βρουν το κρέας που σαπίζει. Έσφιγγε με δύναμη το Δισκοπότηρο στα χέρια του ο παπα-Γιάνναρος κι ένιωθε πως κρατούσε το Θεό από το χέρι, τον περνούσε από τα στενορύμια του Κάστελου και του ’δειχνε τον πόνο του ανθρώπου.
-Κοίτα, κοίτα, του ’λεγε, άσε τον ουρανό, τι χρειάζεσαι εκεί απάνω, εδώ σ’ έχουμε ανάγκη, Χριστέ μου, εδώ στον Κάστελο, κοίτα! Αν βαστάξει ακόμα λίγον καιρό ο καταραμένος αυτός αδερφοφάς πόλεμος, θ' αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον. Χάσαμε την ανθρωποσύνη μας, Χριστέ μου, αγριεύτηκαν τα μούτρα μας, ξαναγυρίσαμε πίσω στο άγριο θεριό. Προχτές ακόμα δε χύθηκε ό γερο-Σταμάτης, ο ήσυχος γνωστικός δημογέροντας, κι άρπαξε το αυτί του Στελιανού του ανυφαντή, να του το φάει; Κι ο λοχαγός, πώς ήταν όταν ήρθε και πώς τώρα κατάντησε! Δεν είναι πια άνθρωπος αυτός, είναι τίγρης, τίγρης και πίνει το αίμα... Ως πότε. Χριστέ μου, ως πότε; Όλο και ξεκολνάει από πάνω μας το πρόσωπο του Θεού και κολνάει το πρόσωπο του δαίμονα. Χριστέ μου, στο μικρό ετούτο χωριουδάκι, που μου μπιστεύτηκες, βόηθα να ξαναφέρω το πρόσωπό σου!

ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ
(-Θέλει, λέει, να  ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΝΗΣ Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
ΑΘΗΝΑ