bannière

L'odyssée commence en Cappadoce...

L’Eglise Rouge

Cette église encore miraculeusement préservée est un monument du VIIe siècle de haute importance, rare exemple conservé d’édifice bâti à cette époque. Sa construction fortement influencée par l’architecture arménienne et syrienne. Erigée sur un plan en croix libre, elle est surmontée d’une coupole octogonale. Quelques vestiges de fresques sont toujours visibles. 



EgliseRouge

Πέρασες όλη τη μέρα, από την αυγή, προσπαθώντας να κάνεις τις αισθήσεις σου να χωρέσουν ό,τι δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε τόσο μικρό διάστημα. Η μνήμη, ζαλισμένη, συνδιάζει σκορπισμένα μέλη και σχεδόν πονεί. Μόνο η όσφρηση κρατάει ακόμη την επίμονη μυρωδιά από λάδι και αγιοκέρι, που δεν εννοεί να ξεκολλήσει μέσα από τις άδειες εκκλησίες.

Toute la journée, depuis l’aube, a été passée à s’efforcer de faire absorber par les sens tout ce qu’ils pouvaient percevoir en un si court laps de temps. La mémoire, comme étourdie et douloureuse, essaie de rapprocher des membra disjecta. Seules les narines gardent encore l’odeur tenace d’huile et de cire qui semble ne pas vouloir se détacher des églises vides.

Extrait de « Trois jours dans les églises rupestres de Cappadoce » de Georges Seferis

Edité par le Centre d’Etudes d’Asie Mineure.


Merveilles de la nature

Uchisar ValléeVallée


Η Βυζαντινή Τέχνη
Εδώ [στην Εκκλησία των Στεφάνων], περισσότερο από κάθε άλλο μνημείο που είδα σ’αυτά τα μέρη, νιώθει κανείς ζωντανή, παρούσα, τη διασταύρωση των δυο ρευμάτων: της Ανατολής και της Κωνσταντινούπολης. Τα συλλογιζόμαστε συνήθως σαν αφηρημένες ιδέες, εδώ μπορεί να τ’αγγίξει κανείς με τα χέρια του. Στην Παλιά Εκκλησία, η Καππαδοκία, ακούγοντας ακόμη τα μηνύματα της Παλαιστίνης και της Συρίας. Στην Καινούργια Εκκλησία, δέκατος περίπου αιώνας, η ζύμωση με την τέχνη του Βυζαντίου, κι αυτός ο υψηλός παλμός των όρθιων σωμάτων.
[…]
Τα μοναστήρια της Καππαδοκίας δεν είναι τα μόνα που μας παρέχουν δείγματα της ανατολίτικης βυζαντινής τέχνης, μας παρέχουν ωστόσο τα πιο σημσντικά.
Η τέχνη αυτή χαρακτηρίζεται από μια ροπή προς το ζωντανό, το πραγματικό, το συγκεκριμένο, το χεροπιαστό, προτιμά πάντα τη δραματική απεικόνιση, τη σκηνοθέτηση, από την αφηρημένη κομψότητα ή τον αλύγιστο ιερατικό συμβολισμό. Θέλει τη ζωντανή λεπτομέρεια, της αρέσει να σταματά σε δευτερεύουσες στιγμές μιας περιγραφής, είναι αφηγηματική, «κυκλική», όπως τα τραγούδια του Διγενή Ακρίτα. Είναι μια τέχνη που αναπτύσσεται στις άκρες, επομένως δεν είναι κλειστή, δέχεται πρόθυμα και ξέρει να επεξεργάζεται τις ιδέες που της έρχονται από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Άλλωστε, δεν το ξεχνούμε, η Ελλάδα ολόκληρη είναι, από πολλές απόψεις μια άκρη.

Extrait de « Trois jours dans les églises rupestres de Cappadoce » de Georges Seferis



Et chefs d'oeuvre de l'homme

CoupoleCoupoleEgliseCoupole

Η Δημοτική
Ακόμη δυο λόγια. Από τις επιγραφές που σημείωσα, παρατήρησε ίσως ο αναγνώστης ότι η ορθογραφία των καλογέρων της Καππαδοκίας είναι ανώμαλα, όμως χωρίς εξαίρεση, φωνητική. Προσθέτω ότι το γλωσσικό τους αίσθημα είναι φανερά δημοτικό. […]
Δέκατος αιώνας, όπως έλεγα, ή περίπου. Το ίδιο φαίνεται σ’όλες τις άλλες μονολιθικές εκκλησίες. Απορεί κανείς που δε βρέθηκαν λογιότατοι σ’αυτά τα μέρη.
Οπωσδήποτε, με δυο λόγια, και αφήνοντας για την ώρα τις ειδικές διακρίσεις που θάπρεπε κάποτε να γίνουν, δε νομίζω ότι λαθεύομαι πολύ αν προσθέσω ότι οι επιγραφές αυτές, στο σύνολο τους, είναι ένα πολύ αξιοπρόσεχτο μνημείο της δημοτικής του μεσαίωνα.
[…]
Η δημοτική αυτή παράδοση, από τις αγνοημένες, ως πολύ πρόσφατα, γωνιές της Παλαιστίνης και της Συρίας, περνά στην Καππαδοκία, όπου ριζοβολά και λαβαίνει μεγάλη ανάπτυξη στα μονολιθικά μοναστήρια.

Extrait de « Trois jours dans les églises rupestres de Cappadoce » de Georges Seferis


Césarée, capitale de Cappadoce et évêché de Saint-Basile

Appelée Césarée en l’honneur de César Tibère, elle fut la capitale du Royaume de Cappadoce. Durant les IIIe et IVe siècles, la ville est devenu un grand centre du Christianisme qui a rayonné dans toute l’Asie Mineure. En tant qu’évêché elle a été administrée par Saint Basile et a connu son apogée comme haut lieu du monachisme chrétien.

Sur la photo, l’imposante « Forteresse Intérieure » dans le centre commerçant de la ville. La première construction date de l’époque justinienne et s’inscrit dans le cadre de grands travaux pour la défense de l’Empire Byzantin. La muraille nord est toujours celle du VIe siècle. Elle a été remaniée au XVe siècle et reste aujourd’hui un de plus importants exemples de l’architecture militaire médiévale.

MuraillePastourmaPastourmaPastourma


Césarée est aujourd’hui le centre de production du fameux pastourma – viande de bœuf ou de veau séchée au soleil et épicée – et du soutzouki. Ces mets très raffinés appréciés dans toute la partie orientale de la Méditerrané sont probablement arrivés d’Asie centrale avec les peuples nomades qui avaient besoin de sécher la viande afin de pouvoir la transporter et la conserver pendant leurs longs périples dans la steppe.

La danse dite « de Saint Basile »

Danse
Comme la plupart des danses de Cappadoce, la danse de Saint Basile est une danse lente, grave, réservée, cérémoniale. Elle était dansée en l'honneur de Saint Basile et en mémoire du miracle selon lequel Julien l’Apostat mourut pendant sa campagne militaire avant de pouvoir détruire la ville de Césarée, comme il l’avait annoncé !

La veille de la fête de Saint Basile, tous se rassemblaient sur la place du village puis se dirigeaient en dansant et en chantant vers la montagne. Il s'agissait en réalité d'une procession jusqu'à la grotte dans laquelle le saint s’était retiré pour prier Dieu de sauver Césarée.



De nombreux villages de Cappadoce abritent encore des maisons grecques et des églises
abandonnées par leurs habitants au moment du traité de Lausanne en 1923
inscription=
Maison grecqueMaison grecque
Maison grecqueMaison grecque
 
-    Υπογράφτηκε η Συνθήκη στη Λωζάνη και αποφασίστηκε Ανταλλαγή πληθυσμών!
-    Ανταλλαγή πληθυσμών!
Οι δυο αυτές λέξεις μεταδόθηκαν από στόμα σε στόμα.
-    Τι είναι πάλι αυτό;
-    Τι θα πει Ανταλλαγή πληθυσμών;
-    Ανταλλαγή πληθυσμών, πώς το λένε; Είπε νευρικά ο Κεχαγιάς και διάβασε άλλη μια φορά το κείμενο. Μας κοινοποιείται έγγραφο που λέει ότι θα φύγουμε απ’την Τουρκία όλοι οι Έλληνες και θα πάμε στην Ελλάδα. Κι απ’την Ελλάδα θα έρθουν εδώ όλοι οι Τούρκοι που κατοικούν εκεί.
-    Μα τι είμαστε, πρόβατα, και μας αλλάζουν; Φώναξε αγανακτισμένος ο Δημήτρης. […]
-    Πώς θα ξεριζωθούμε απ’τη γη μας, απ’τη γη των προγόνων μας; Έλεγε με θυμό ο Γιωργάκη – εφέντης. […]

Extrait du roman «Καραμανίτες, οι τελευταίοι Έλληνες της Καππαδοκίας» de Χρήστος Σαμουηλίδης, édité chez Εστία à Athènes en 1965

L'église Notre Dame à Kermira, scène du livre de Samouelidis


Kermira Kermira

Μια μέρα απ’τις κατοπινές, στις αυλές της Παναγίας και του Άι-Θόδωρου, οι Κερμιριώτες καίγανε τις παλιές και ξεθωριασμένες εικόνες των εκκλησιών τους, τοποθετούσαν μέσα σε μεγάλες κάσες τα ιερά σκεύη και τα ιερά άμφια, τις καλοστεκούμενες εικόνες και τα εξαπτέρυγα, τις ασημένιες καντήλες και τους πολυελαίους, τα χρυσά δισκοπότηρα και τα λειτουργικά βιβλία, τα παλιά λάβαρα και τους χρυσοκέντητους επιτάφιους, ξήλωναν με προσοχή τα ξυλόγλυπτα τέμπλα και τα συσκεύαζαν, απ’το υπόγειο του Άι-Θόδωρου και τις μυστικές κρύπτες του έβγαζαν τα πατροπαράδοτα κειμήλια και τα παρέδιδαν στον παπά-Γιακώφ, που αποφάσιζε ποια θα πήγαιναν στις κάσες και ποια θα ρίχνονταν στη φωτιά!
Δυο ολόκληρες μέρες κράτησε τούτη η άχαρη δουλειά. Την Τρίτη ετοιμάζανε το τελευταίο κασόνι, που μέσα του εμπιστεύτηκαν τα οστά των τριών τοπικών Μαρτύρων. Έπειτα άνοιξαν την κρύπτη που ήταν στην αριστερή πύλη της Παναγίας, πίσω απ’τη μεγάλη εικόνα των αγιών Αναργύρων, και βγάλανε τα χρυσά άμφια με τα ζαφείρια και τα διαμάντια. Τα βάλανε κι αυτά μέσα στο κασόνι και κατόπι το καρφώσανε προσεχτικά.
[…]

Το κάρο, φορτωμένο σε λίγο, ξεκίνησε με τριγμούς και στεναγμούς. Ο Αχμέτ προχωρούσε μπροστά κρατώντας τα σχοινιά που ήταν δεμένα στα κέρατα των βοδιών. Πίσω απ’το αμάξι βάδιζαν σα σε κηδεία ο Γιουβαννάκης, ο Δημήτρης κι η Αννίς. Ο Αλέξαντρος, ανεβασμένος πάνω στους μπόγους, κρατούσε ένα μακρύ ραβδί και κεντούσε με κείνο τα βόδια.
Για μια στιγμή ο Δημήτρης γύρισε πίσω βιαστικά, μπήκε στην αυλή, πήρε με τις χούφτες του λίγο χώμα και το έδεσε στο μαντήλι. Κατόπιν έκανε το σταυρό του, φίλησε την πόρτα του σπιτιού κι έκανε να φύγει.

Extraits du roman «Καραμανίτες, οι τελευταίοι Έλληνες της Καππαδοκίας» de Χρήστος Σαμουηλίδης, édité chez Εστία à Athènes en 1965